Φύλλα Άγριας Ελιάς

 

Ποιήματα Άγνωστων Δημιουργών

 

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΡΗΤΑΣ

Θυμήσου την εποχή αυτή, του πόνου και της δυστυχίας

Μα η δικιά μας εποχή δυστυχώς δεν έχει εξελιχτεί

Η εποχή αυτή ακόμα ζει παρόλο που το σώμα της έχει θαϕτεί

Μα έχουμε άλλη εποχή, έχουμε πάντα δεύτερη επιλογή

Και όποιος είναι έξυπνος , αυτήν ακλουθεί

Μάρτιος ‘15



Να σαι το ϕως να μαι η σκιά,

όλου του κόσμου αγκαλιά.

Να σαι το ϕεγγάρι να μαι ο ήλιος,

κάθε γλυκός σου ήχος.

Να μαι πιπέρι να σαι αλάτι,

όλος ο κόσμος γλυκό σου χάδι .

Κάθε πρωί κάθε μικρούλι βράδυ,

αυτό θα σου τραγουδώ,

μην το ξεχάσεις πάλι.

Όλα τα αστέρια η ομορϕιά σου.

Όλη η ζέστη η καρδιά σου . 

Μάρτιος  ‘15



Οι μάγοι έχουν τα ραβδιά ,

εγώ έχω μολύβι.

Οι μάγοι κάνουν μαγικά

και εγώ τα κάνω αυτά,

με το μυαλό και την καρδιά.

Οι μάγισσες σκούπα μαγική κρατούν,

τη μαγια μου όμως, δεν την περνούν.

Έχουν ξόρκια γραμμένα, αντίθετα με μένα,

εγώ τα γράϕω για τον κόσμο,

για την πάρτη μου και ένα σας λέω μόνο,

η μαγια αυτή είναι η καλύτερη

και δεν θέλει κόπο για να μην θαϕτεί.

μόνο μολύβι και χαρτί θα χρειαστεί.

Μάρτιος ‘15


Όμορφη νύχτα,

όλοι σε λένε μαύρη, γκρίζα,

όλοι ήλιο, ζέστη θέλουν να έχουν ,

το κρύο σου το μαύρο, δεν το αντέχουν.

Γιατί να μην υπάρχει μόνο Φως;

Φως, Φως μόνο, όλο το χρόνο.

Το σκοτάδι να μην μας σταματάει,

Την διάθεση μας πια, να μην χαλάει .

Όλοι είναι ανόητοι ,

λένε ότι η νύχτα θα μας χαλάσει ……

Μα τα όνειρα αυτή τα έχει φτιάξει!

Φεβρουάριος ‘15


Η απληστία του κόσμου ϕτάνει μεγάλα ύψη.

Και τώρα τελευταία ρεκόρ έχει καταρρίψει.

Ο άνθρωπος σπιτάκι θέλει να κτίσει .

Και  όλο περισσότερα κάστρα, θέλει να αποκτήσει.

Και να, που η απληστία μπήκε  στο παιχνίδι ,

και έχει κάνει ϕασαρία .

Φεβρουάριος ‘15


Στα όνειρα μας, ο κόσμος είναι μαγικός.

Στα όνειρα μας, ούτε έγνοιες ούτε ευθύνες.

Ο χρόνος όμως είναι λίγο βιαστικός,

και ο ήλιος βγαίνει γρήγορα και διαρκώς.

Απρίλιος ‘15



Όνειρα του κόσμου,

σκέψεις που σ’ έχουν περάσει ,

αεροπλάνα που έχετε πετάξει ,

σας έχουν όλοι χάσει

και λεν «εντάξει»!

Αύριο ξανά δάκρυ δεν θα στάξει.

Όλοι έχουν ησυχάσει,

και τα όνειρα μας περιμένουν ,

Τα κεϕάλια μας στα μαξιλάρια μας.


Απρίλιος ‘15


Εγώ στην μιζέρια σας αϕήνω,

γιατί άλλο εδώ δεν θα μείνω.

Να μείνετε εσείς άνθρωποι της γης,

κι εγώ πάντα τραγούδια θα δίνω.

Μέχρι να καταλάβετε,

πως  δεν ταιριάζετε σε αυτή την κοινωνία .

Πως είστε ακόμα στην αϕετηρία

και στην ελευθερία, να δώσετε την ευκαιρία.

Θα ϕύγω μακριά από την μιζέρια ,

να έρθετε και εσείς, με τον ήλιο της βροχής ……. 

Ιανουάριος ‘15


Καλοκαίρι , μαΐστρος ϕυσάει .

Φεύγει και πάει .

Βλέπει το κύμα που σκάει .

Το παγωτό της τρώει, η ϕωνή της το ϕυσάει και λιώνει.

Τα μαλλιά μου χτυπάει και βγαίνω από την θάλασσα.

Μην μου δώσετε λεϕτά ,

μην μου δώσετε καθόλου δόξα,

Την κιθάρα μου θέλω

και μια μικρή ξαπλώστρα

Μάιος ‘15


ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΜΙΝΩΤΑΥΡΟ

ΘΑ ΣΚΟΤΩΣΩ Κ ΜΕ

ΚΥΚΛΩΠΑ ΘΑ ΜΑΛΩΣΩ.

ΣΕ ΣΕΙΡΗΝΑ ΘΑ ΔΩΣΩ

ΚΡΑΣΙ, ΑΝ ΜΟΥ ΤΟ ΠΕΙΣ

ΕΣΥ.

ΑΝ ΤΟ ΧΕΙΛΟΣ ΣΟΥ

ΦΙΛΊ ΜΟΥ ΔΙΝΕΙ, ΤΗΣ

ΛΕΡΝΑΙΑΣ  ΥΔΡΑΣ

ΚΕΦΑΛΙ ΔΕ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ.

ΑΝ ΧΑΙΔΕΨΩ ΤΟ ΔΙΚΟ

ΣΟΥ ΧΕΡΑΚΙ ΤΗΣ

ΝΕΜΕΑΣ ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ

ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΓΑΤΑΚΙ.

ΑΝ ΕΣΕΝΑ ΕΓΩ ΦΙΛΗΣΩ Κ

ΤΟΝ ΚΕΡΒΕΡΟ ΘΑ ΤΑΙΣΩ.

ΑΝ ΣΕ ΔΩ, ΠΟΥ ΣΑΙ ΡΕ

ΦΙΛΕ? ΣΤΟΝ ΑΔΗ ΘΑ

ΠΩ.

ΓΙΑΤΙ ΣΕ ΑΓΑΠΩ, ΘΑ ΤΟ

ΦΩΝΑΞΩ ΘΑ ΤΟ ΠΩ!!


ΚΟΙΜΗΣΟΥ ΔΕΝ ΣΚΟΥΡΙΑΖΕΙ

ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ.

Κ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ Η ΤΙΜΩΡΙΑ

ΕΙΝΑΙ ΞΕΓΡΑΜΜΕΝΗ ΝΟΜΙΖΩ.

ΕΙΣΤΕ ΟΛΟΙ ΒΑΘΙΑ ΕΞΑΠΑΤΗΜΕΝΟΙ.

ΤΡΑΒΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΚΥΝΑ

ΤΟΝ ΘΕΟ ΣΟΥ Κ ΜΗΝ ΒΟΗΘΑΣ

ΤΟ ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟ ΣΟΥ.

ΚΑΘΩΣ ΕΣΥ ΚΟΙΤΑΣ ΤΗΝ ΩΡΑ,

Ο ΑΛΛΟΣ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ,

ΕΙΣΑΙ ΚΙ ΕΣΥ ΕΝΑ ΑΞΕΣΤΟ

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟ ΒΟΥΒΑΛΙ.

ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ ΠΟΥ

ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΟΥΤΕ ΚΑΝ ΘΑ

ΤΟΥ ΜΙΛΗΣΕΙΣ, ΑΛΛΑ

ΣΑΝ ΓΟΥΡΟΥΝΙ ΘΑ ΠΑΣ

ΝΑ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΙΣ.

ΟΙ ΑΔΙΑΦΟΡΙΕΣ ΣΟΥ ΘΕΟΡΑΤΕΣ

Κ ΒΛΕΠΩ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΟΙ ΔΕΚΑ ΕΝΤΟΛΕΣ

ΑΟΡΑΤΕΣ

Νικόλας  Κρήτας,                                                                         
Μαθητής Έκτης Τάξης δημοτικού, ετών 11                        

ΑΘΗΝΑ  2019


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΥΡΜΟΣ

Αναπαράσταση – Κωνσταντίνος

Φωτογράφισε τον δρόμο που οδηγεί σε εσένα

Κάθε εκατοστό, της τσαλαπατημένης ασφάλτου

Κάθε κορμό, των ξεπερασμένων δέντρων

Εστίασε, στο άφταστο βάθος του βουνού

Κι εγώ θα απλώσω τις εικόνες

στον μακρύ διάδρομο

σε πόρτες και σε τοίχους

Από την κρεβατοκάμαρα, ως την κουζίνα

θα έρθω να σε βρω

Διανύοντας την αναπαράσταση

__________________________________________________

Ένα – Κωνσταντίνος Σύρμος

Μια γυναίκα στο λεωφορείο

με κοιτούσε όπως εσύ

Στην δουλειά μου, κάποια άλλη

μίλαγε με την φωνή σου

Εκείνη, στην αφίσα

την κόκκινή σου

κρατούσε τσάντα

Γύρισα στο σπίτι κουρασμένος

Τηλέφωνο σε πήρα πριν ξαπλώσω

Μήνυμα σου άφησα για να 'ρθεις

Μετά το σεξ, μου μύρισε τσιγάρο

δεν βρήκα το πακέτο

δανείστηκα από 'σένα

Άνοιξα τα μάτια

Έμεινε το στόμα σκέτο

τα σωθικά δίχως καπνό

και το σώμα, Ένα

__________________________________________________

Το μπαλκόνι – Κωνσταντίνος Σύρμος

Κάνω κούνια

κρεμασμένος στο σαγόνι

του αυτονόητου ανθρώπου

Παίζω κουτσό

στ' ακροδάχτυλα

της αναμενόμενης πράξης

Μετράω ανάποδα

με την διάφανη παλάμη

στα κλειστά μου μάτια

Φτιάχνω ένα αυτοσχέδιο όνειρο

Λύνω το μπαλκόνι από το κτίριο

η κάθε θέα, τώρα μου ανήκει

__________________________________________________

Χάδια –Κωνσταντίνος Σύρμος

Σε κοπάδια τρέχανε ανέμελα

και θόλωνε ο ήλιος από την σκόνη

που σήκωναν, τα χάδια σου

Το καταπατημένο, ρημαγμένο χώμα

την επόμενή σου μετανάστευση

περιμένει

Κι η παγωνιά όσο νυχτώνει

τα ουρλιαχτά των πλασμάτων μέσα μου

μουδιάζει.

__________________________________________________

Νύχτα – Κωνσταντίνος Σύρμος

Το πρωί, όταν άνοιξα τα μάτια μου

οι κουρτίνες είχαν πετρώσει

έμοιαζαν με τσιμεντένιο ακορντεόν

Ο καθρέφτης είχε πέσει κάτω

σπασμένος

Ανοιγμένα τα φύλλα της ντουλάπας

σαν μισοσκισμένες σελίδες βιβλίου

κρέμονταν.

Κι όλα τα ρούχα τσαλακωμένα, φορεμένα

Όπως ένα ανοιχτό στόμα

έχασκε το συρτάρι του κομοδίνου

Η φωτογραφία είχε βγει απ' την κορνίζα

μα το τζάμι άθικτο

Βρήκα το σεντόνι στρωμένο

κάτω από το κρεβάτι

Οι παντόφλες πλάι - πλάι στην πόρτα

πιεσμένες,

σαν ακόμη να κουβαλούν ένα σώμα

Το φως ανοικτό

είχα ξεχάσει να το σβήσω πριν κοιμηθώ

κι η νύχτα εξαγριωμένη

δεν βρήκε που να κρυφτεί

__________________________________________________

Απειροελάχιστο - Κωνσταντίνος Σύρμος

Μην τους πολεμάς κατά πρόσωπο

θα σε νικήσουν

Κρύψου

Είναι τόσοι πολλοί

οι περιπατητές του νερού

Μην τους αγγίξεις

όταν άπειρο κι ελάχιστο ενωθούν

το δεύτερο συνθετικό πάντοτε θριαμβεύει

__________________________________________________

Τα κάδρα – Κωνσταντίνος Σύρμος

Κάθε που του γυρνώ την πλάτη,

το ορκίζομαι,

το καταραμένο ρολόι

αυτό το κάδρο του χρόνου

πηδά τις ώρες δυο - δυο

κι όσο κοιμάμαι ανά τρείς

Στον στενό διάδρομο,

κρέμεσαι απέναντί του.

Δεν θα προλάβω να σε ξαναδώ πολλές φορές,

ούτε να σε ονειρευτώ.

Κωνσταντίνος Σύρμος                       
Στιχουργός/Συγγραφέας, ετών 40


K.X.

Απώλεια

Θυμάμαι

εκείνη την κάθε στιγμή

την ανδρωμένη με βαθιά αγαπημένους…

Εκείνη την κάθε στιγμή που στάλαξε ίαμα

στα πιο βαθιά μου βάθη…

Αγάπη

Ασφάλεια

Σιγουριά…

Εκείνες όλες τις στιγμές…

Ήθελα τόσο να τις κρατήσω αδιάψευστες, κρυστάλλινες ες αεί…

Μα ο χρόνος,

ως υπερβατικός και υπεράνθρωπος,

ανεμίζοντας στη σχετικότητά του

τις σκόρπισε στα πέρατα του νου

και

άφησε τα απωλεσμένα ψήγματα ζωής

να κυβερνούν τη μνήμη…

__________________________________________________

Πένθος

Απόψε η νύχτα αδειάζει·

αδειάζει η νύχτα,

αδειάζει η ψυχή μου…

Σε έψαχνα στο φως

μες στις εικόνες της ζωής μου…

σκάλισα τη μνήμη μου…

ψηλάφισα το παρόν μου…

Πού ήσουν;

Πού είσαι;

Γιατί δε σε βρίσκω;

Γιατί δεν είσαι εδώ;

Η εικόνα του πόνου,

της πικρής διαδρομής,

της άνισης μάχης

συσκοτίζει τη μνήμη…

Σε ψάχνω…

Σε φωνάζω…

Περίμενα να έρθεις γελαστός όπως ήσουν…

Γιατί δεν έρχεσαι;

__________________________________________________

Απομυθοποίηση

Να ‘σαι εκεί

στην άκρη του δρόμου

ατελής

ατελής

μα ποτέ νικημένος…

Σε πλησιάζω αλλιώς

πιο αυτόνομη πια

να σε δω από κοντά

άφοβα…

Σε κοιτώ τρυφερά…

Κατανοώ…

Το άλγος σου νιώθω…

Σήκωσες το βάρος της ζωής σου

όχι πάντα με σιωπή

όχι πάντα με σοφία…

Δεν πειράζει…

Δικαιωμένος ολοκλήρωσες το μεγάλο σου αγώνα!

__________________________________________________

Αποδοχή

Ένα φως αμυδρό,

κάπως θαμπό,

κάπως πνιγμένο

προσπαθεί να φωτίσει το χρόνο που έφυγε…

Αγωνία και πόνος

για όσα μου κρύβει…

Πόσα αγνοούσα;

Μια αλήθεια σκληρή

επιδέξια κρυμμένη

στο ηθελημένο σκοτάδι…

Πίσω από το φως

στέκομαι θλιμμένη…

περιμένω σιωπηλά

να επιβεβαιώσω

όλη την αλήθεια

που υποψιάζομαι ότι έζησα…

__________________________________________________

Ενδοσκόπηση

Θάλασσα πυκνή μα ακύμαντη…

Βρίσκομαι στην επιφάνεια…

Δεν το ήξερα…

Προσπαθώ να δω το βυθό της ·

σκοτάδι βαθύ…

Θα βρεθώ στον βυθό της·

δεν θέλω ακόμη…

σε λίγο…

Είναι ανίκητη η δύναμή της·

σιγά σιγά με διαπερνά,

τη νιώθω να ρέει

στο άδειο μου σώμα….

Βλέπω πια τα έγκατά της·

εκεί θα ταξιδέψω

αφημένη

μα ασφαλής

στα υπόγεια ρεύματά της…

__________________________________________________

Αλήθεια

Στεκόταν εκεί

μόνη,

γυμνή,

αυθύπαρκτη…

Την αγνόησα,

την υποτίμησα…

Εγώ η υπέρλαμπρη…

Και μια μέρα απόλυτη,

μέρα της σιωπής και της άπνοιας,

άρχισε

αθόρυβα ως αθόρυβη

να μου παίρνει το φως μου

για να δω το δικό της…

Αθόρυβα!

Αθόρυβη!

Ως αυτάρκης και μεγαλοδύναμη!

Κ.Χ. , φιλόλογος, ετών 42


ΕΦΗ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ

ΘΡΗΝΟΣ

Ξεκινάω το ταξίδι που ονομάζεται ζωή

Δύσκολο προβλέπω θα’ ναι και με τρόμο κάνω αρχή

Και αν κάποιος με ρωτήσει πως το ξέρω εγώ αυτό

Αφού βιώματα δεν έχω, ε , τότε θα του πω:

Το δικό μου το ταξίδι έχει αρχίσει από παιδί

και αν σου πω τι έχω περάσει ίσως ψέμα σου φανεί

Έλα ζήσε μία μέρα γεμάτη πόνο και καυγά

Μες την μαύρη θλίψη θα ’σαι, δεν θα σε νοιάζει το μετά

Λάθη θα χρεώνεσαι που όμως δεν έχεις κάνει

Κι αφού πολλά πληρώσεις, θα λες δεν πάει, φτάνει

Συνέχεια χτυπήματα όμως η μοίρα δίνει,

Απλόχερα το στίγμα της μοιράζει με οδύνη

Κι όσο δεν αντέχεις, να πιάσεις θέλεις πάτο,

Θυμάσαι πως ακόμα ζεις και δεν το βάζεις κάτω

Όχι γιατ’ είσαι δυνατός, ούτε γιατ’ έχεις άγιο,

Θυμάσαι ένα φίλο σου και απλά παίρνεις κουράγιο

Αν και αυτόν δεν είχες, θα ‘χες παραδοθεί

Δεν θα είχες κάποιο λόγο για να μείνεις στην ζωή

Στη μεταξύ σας μάχη, καθόλου δεν θα πάλευες και ή νεκρός θα ήσουν ή κάποτε θα σάλευες

Και ‘κεί που νιώθεις δυνατός, νομίζεις θα περάσει

Η τύχη σου η ανάποδη θα σ’ έχει ξεγελάσει

Και ‘νω ηρεμία νόμιζες, θα ’χες τώρα πια

Μια νέα δυσκολία στ’ ανατρέπει όλ’ αυτά

Στην εφηβεία φτάνεις, διαρκώς αναρωτιέσαι

Πού έφταιξες, γιατί συνέχεια τυραννιέσαι

Με τέτοια και παρόμοια με προσπερνάς ζωή μου

Και κάθομαι και κλαίω γονατιστά, ντροπή μου

Σκληρή σαν πέτρα την καρδιά θα κάνω να μην πονάει

Αδίστακτη, αμείλικτη, να μην κακοπερνάει

Ενώ κεφάτα άρχισα τ’  οδυνηρό ταξίδι

Στον εαυτό μου κλείνομαι και’ χω πεθάνει ήδη

__________________________________________________

ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Βράδιασε πάλι και δίχως έκπληξη, πιστά στο ραντεβού της

Η θλίψη, μου κάνει επίσκεψη, μ’ είχε πάλι στο νου της

Μ’ αφετηρία το χαμό, ξεκίνησε η σκέψη

Και φρόντισε η θλίψη μου καλά να τηνε θρέψει

Γεννιέσαι δίχως να το θες, στο τέλος σου σαν φτάσεις

Λογίζεσαι πως έζησες κενά, μα κι αυτό απρόθυμα δέχεσαι να χάσεις

Με τέτοιες έννοιες το μυαλό, θολώνει και αρρωσταίνει

Σιγόντο κάνει η καρδιά και ο πόνος την πεθαίνει

Στο παιχνίδι των πεσσόντων αυτό, η μοίρα κυβερνάει

Το πέρας του χρόνου, την φθορά, κανείς δεν σταματάει

Κι αφού λοιπόν το τέλος μου είναι καθορισμένο

Δέχομαι τη ματαιότητα ως κατεστημένο

Δυνάμεις δεν μου βρίσκονται, να μοχθήσω, να παλέψω

Έτσι απρόθυμα παραδίνομαι και προσδοκώ στο σύντομο μέλλον να τελέψω

__________________________________________________

ΥΠΑΡΧΕΙ ΧΩΡΟΣ ?

Σε παρακαλώ συγχώρα με, μα δεν θα νιώσω ποτέ ξανά ολοκληρωμένη

Κοιτάζοντας πίσω στο παρελθόν, το τίποτα του μέλλοντος η συνείδηση μου φέρνει

Στης φύσης το υπνοκρέβατο, στο αιώνιο κρεβάτι

Δίχως πνοή, ακίνητος, δίχως να νιώθεις κάτι

Στο κρύο έδαφος, χλωμό, άφησες το άδειο σου κουφάρι

Έχεις για στρώμα σου την γη, τον ουρανό, κουβέρτα το φεγγάρι

Δεν θέλω να αισθάνομαι, να νιώθω μακριά σου

Θέλω το τέλος της ζωής αμέσως να διαβώ και να βρεθώ κοντά σου

Φεύγοντας εσύ από κοντά, πενθώντας η αγάπη

 Με γέμισ’  από μοναξιά, μόνη μ’ άφησε σε σκοτεινό εφιάλτη

Απ’ έξω από το σπίτι σου το πνεύμα σου φωνάζω

Να ’ρθει να νιώσει πόσο πολύ πονώ, πόσο πολύ μαράζω

Υπάρχει χώρος θα του πω, να κείτομαι κοντά σου ?

Έτσι μοναχά δεν θα θρηνώ : μέσα στην αγκαλιά σου

Είμαι αδύναμη μακριά σου και αναπνέω μηχανικά

Υπάρχει χώρος δίπλα σου καρδιά μου, να κοιμηθώ παντοτινά ?

Αν με λυπάσαι θα καταλάβεις, δεν θυσιάζομαι, το επιθυμώ

Απρόθυμη θυσία είναι να υπάρχω μακριά σου, ενώ εσύ πέθανες, εγώ γιατί να ζω ?

Ξέρω τι έκανες στον εαυτό σου, το’ χα προβλέψει και έκλαψα

Έρχομαι όμως ευθύς, τώρα κοντά σου, γιατί να σ’ αγαπώ ποτέ δεν έπαψα

__________________________________________________

ΒΟΗΘΕΙΑ

Δεν μπορώ να νιώσω τις αισθήσεις μου, μόνο το κρύο που το κορμί μου διαπερνά αισθάνομαι

Όλα τα χρώματα φαίνεται πως ξεθωριάζουν, δεν μπορώ να φτάσω την ψυχή μου και έτσι χάνομαι

Την ανάσα μου κρατώ σφιχτά στα στήθη, καθώς η άγρια μάχη ξεκινάει

Την κάθε μέρα που αρχίζει προσπαθώ να βγάλω πέρα, ενώ κάθε χτύπος της καρδιάς μου πιο αδύναμα χτυπάει

Όταν τα ψέματα γινόντουσαν αλήθειες τάχα για’ μένα

Αφοσιωμένα αγαπήθηκα απ’ όλους, μα ήτανε ένα ακόμα ψέμα

Ψεύδομαι και ‘γω, σε ‘μένα,  ώστε η πίστη να χαθεί, σ’ ότι με κόπο κατορθώνω

Αργόσυρτα βαδίζω τον εαυτό μου για να βρω, στις σκιές που δημιούργησα εγώ, για ‘μένα μόνο

Ενδοσκοπικά κοιτώ στο άδειο και κενό μου σώμα

Σ’ αυτό που μετατρέπομαι, άλλο δεν το μπορώ, βοήθεια ζητώ όσο νωρίς είναι ακόμα

Χαμένη σ’ ένα κόσμο πεθαμένο, με δήθεν ήθος και αξίες

Παραδίνω την θέληση μου για ζωή, μην έχετε για ‘μένα άλλες μεγάλες προσδοκίες

Διαμελισμένα τ’ άκρα, μοιρασμένη σε κομμάτια η ψυχή, τεράστια οδύνη

Να απαρνιέμαι όλα όσα αισθάνομαι, αναγκάζομαι δεν το ποθώ, άμετρη η θλίψη ξανά θα παραμείνει

Μόνο ο χρόνος που κυλά θα πει, μ’ αδιάσειστα στοιχεία

Την δική του εκδοχή για την δική μου σκοτεινή και μαύρη ιστορία

Μα πλέον θα ‘ναι πια αργά, την ματαιότητα ως βίωμα να διώξω

Το τέλος μου θα προσδοκώ καρτερικά και ίσως τελικά να το επιδιώξω

__________________________________________________

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΣΟΥ

Για τον καθένα βλέπω, πόσο σημαντικός είσαι

Γιατί για όλους παίζεις τον ρόλο που προσδοκούν

Όμως μόνο εγώ ξέρω ποιος στ’ αλήθεια είσαι

Είσαι εκείνος που κλαίει σαν μείνει μόνος του, που όταν δεν είναι χρήσιμος, δεν τον επιθυμούν

Κατανοείς το σύστημα του κόσμου, κοροΐδο να ‘σαι δεν το θες, δεν το ποθείς

Αφυπνιστικά δέχεσαι τα χαστούκια της ζωής σου και αμέσως σχέδιο στο εξής δημιουργείς

Καθώς η αρρώστια και η ψευτιά ολόγυρα απλώνεται

Πίσω από ένα κάλπικο χαμόγελο κρύβεσαι και το σχέδιό σου ξεδιπλώνεται

Όμως δεν είσαι σαν εκείνους και το σχέδιο αποτυγχάνει, πιάνει πάτο

Της υποκρισίας το κουστούμι δεν σου πάει και έτσι πέφτεις κάτω

Σέρνεσαι ανάμεσα στον σάπιο κόσμο, τον σαθρό

Ξεχειλίζει απ’ τις φλέβες σου η αλήθεια, το βιώνεις χρόνια και έτσι πονάς από καιρό

Κανείς δεν φαίνεται ν’ ακούει τα καλά κρυμμένα δάκρυά σου

Και ‘συ βροντοφωνάζεις, μα πάλι επιλέγουν να μην ακούν την αλήθεια στην καρδιά σου

Στο δικό τους ψίθυρο εσύ όμως, πάντα εκεί

Και συνθλίβεσαι που για ‘σένα αδιαφορεί συνέχεια η ζωή

Είναι ξεκάθαρο πως μόνος μια ολόκληρη ζωή δεν μπορείς να ζήσεις

Με είναι προτιμότερο απ’ το να μην σε καταλαβαίνουν και άδικα λέξεις να ξεστομίσεις

__________________________________________________

ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΛΥΤΡΩΣΗ  

Έχω κουραστεί να βρίσκομαι εδώ

Καταδικασμένα νιώθω σ’ ένα τόπο τόσο εχθρικό

Με πληγές, χωρίς ελπίδα πως θα γιάνουν

Χωρίς τον χρόνο σύμμαχο, δεν θα σβήσουν, δεν θα πεθάνουν

Μα τι να κάνει και αυτός, υπάρχουν τόσα που δεν μπορεί να σβήσει

Ο πόνος ο πραγματικός, έχει χαράτσι αφήσει

Προσπάθησα ν’ απαλλαχτώ, σκοτώνοντας τον πόνο

Δριμύτερος επέστρεψε, αφήνοντας με μόνο

Κλείνω τα μάτια να εξαφανιστώ

Η κενότητα που νιώθω ας σταματήσει εδώ

Όνειρα φρούδα κάνω στο σκοτάδι

Η ματαιότητα αυτή με πνίγει κάθε βράδυ

Απρόθυμος δεσμός με δένει με τη θλίψη

Η μοίρα μου όμως πρόθυμα θέλει να με συνθλίψει

Τρομοκρατία νιώθω μ’ όσα βλέπω, μ’ όσα ζω

Για να επιβιώσω : στην υποκρισία και το ψέμα πρέπει να υποταχθώ

Φορώντας αυτή τη μάσκα που   σου επιτρέπει να κρυφτείς

Χάνεις τον εαυτό σου, μ’ ελάχιστες ελπίδες να τον ξαναβρείς

Κλείνω τα μάτια πάλι και κάνω προσευχή

Ο ύπνος να γίνει θάνατος και η ψυχή μου λύτρωση να βρει

Προσεύχομαι τα όνειρά μου να μ’ αφήσουνε εδώ

Τα παγωμένα σωθικά μου σ’ ένα κόσμο τίμιο να μείνουν, σ’ ένα τόπο καθαρό

Όμως ξυπνώ και ξέρω την αλήθεια

Κανείς δεν είναι εδώ για ‘μένα και πονώ γιατί δεν είναι όλα όμορφα όπως στα παραμύθια

__________________________________________________

ΑΝΤΙΟ

Μια νύχτα θλιβερή με δάκρυα στα μάτια

Δύναμη έψαχνα να βρω, να μην γίνω κομμάτια

Όλα τελειώσανε και ‘γω πρέπει να σε ξεχάσω

Μην καταρρεύσω προσπαθώ, τον έλεγχο μην χάσω  

Έφτασε πλέον η στιγμή που πια πρέπει να φύγω

ν’ αφήσω πίσω παρελθόν, να τρέξω, να ξεφύγω

πρέπει να κάνω νέα αρχή, σελίδα να γυρίσω

ας κλαίω και ας οικτρά πονώ, δεν πρέπει να λυγίσω

στην τελευταία οικεία σου με λύπη σ’ οδηγάω

και αν κλαίω και πολύ πονώ, είναι που σ’ αγαπάω

οι αναμνήσεις αστραπή, μπροστά μου ‘δω περνάνε

όνειρα κάναμε μαζί, οι δυο μας πως γερνάμε

δες πως τα φέρνει η ζωή σαν κάτι το θελήσει

το Χάρο στέλνει θεριστή, τ’ όνειρο για να γκρεμίσει

και να που τώρα στέκομαι στον τάφο σου απάνω

λόγο δεν έχω για να ζω και θέλω να πεθάνω

με δάκρυα και με λυγμούς σπαράζω μες το κρύο

λουλούδια στον τάφο σου πετώ, φιλαράκι μου : Αντίο !

__________________________________________________

ΠΡΩΤΗ ΑΓΑΠΗ

Πρώτη φορά, πρώτη αγάπη

Αναρωτιέμαι τι συναίσθημα είναι αυτό

Ηλεκτρισμένες σκέψεις το μυαλό μου διαπερνάνε

Με το πρώτο του φιλί, με το πρώτο σ’ αγαπώ

Του σώματος και της ψυχής τον έλεγχο τον χάνω

Κάτι νέο και πρωτόγνωρο ξεκινά

Μ’ αφετηρία ετούτη την αγάπη

Τα’ όνειρο ακολουθώ και ας είναι σκοτεινά

Σε άβατα μονοπάτια μ’ οδηγάει

Υπάκουα, πιστά, εγώ ακολουθώ

Και ξέροντας πως ‘κείνος μ’ αγαπάει

Ξέφρενο καρδιοχτύπι έχω και πάω να τρελαθώ

Αυτή η αγάπη είναι μυστηριώδης

Συνάμα όμως τόσο αληθινή

Να μην φοβάσαι πρέπει για να την ζήσεις

 και της καρδιάς σου την πόρτα να έχεις ανοιχτή

σίγουρο δεν είναι πως θα υπάρξει

πρόθυμος όμως πρέπει να ‘σαι να εκτεθείς

και αν τυχερός έστω και λίγο θα ‘σαι

γλυκά στα δίχτυα της στο τέλος θα πιαστείς

λόγια δεν βγαίνουν ώστε να περιγράψεις

απ’ όλα τα συναισθήματα το πιο μαγευτικό

ερωτευμένος μονάχα αν υπάρξεις

θα καταλάβεις ότι είναι μοναδικό

την τύχη είχα την αγάπη να γνωρίσω

δεν μου φανέρωσε όμως μόνο έναν εαυτό

πρόθυμη ήμουνα τυφλά ν’ ακολουθήσω

μα με απέτρεψε από τούτο το σκοπό

τρελή αγάπη μου δόθηκε για λίγο

έφυγε γρήγορα και είναι οδυνηρό

βαθιά στην μνήμη μου θα μείνει χαραγμένη

και στην καρδιά μου θα πονάω όσο ζω

__________________________________________________

ΨΕΥΤΙΚΗ ΕΛΠΙΔΑ

Σκέφτηκα ψηλά να πάω, όσο πιο ψηλά, τόσο πιο σίγουρο το τέλος

Αγγίζοντας την κορυφή, ψυχρός αέρας τα πνευμόνια μου τρυπά, σαν παγωμένο βέλος

Το όνομά μου ν’ ακούσω θέλω στην σιωπή, ήχος όμως δεν σχίζει τον αέρα

Την μοναξιά μου κάνω επιλογή και από πείσμα λέω πως εγώ τους κάνω πέρα

Η άγρυπνη πόλη σαν μάρτυρας μετρά, τα δάκρυα που πέφτουν κάτω

Κάθε ένα από αυτά μια χαμένη υπόσχεση για ότι δεν βρήκα και που μ’ οδήγησε στον πάτο

Κοιτάζω πίσω και λαχταρώ, μείνε, μην πέσεις, αγαπημένος να πει και τα λόγια του να κάνει πράξη

Ανεκπλήρωτη επιθυμία ο πόθος μου θα μείνει και την γαλήνη της ψυχής μου και πάλι θα ταράξει

Ουρλιάζω μέσα στην νύχτα ο πόνος να φύγει, να τον τρομάξω

Να πω αιώνια καληνύχτα δεν είμαι έτοιμη, μα από οδύνη, αυτόν τον δρόμο θα χαράξω

Μοχθώ στην θύμηση ένα καλό, μονάχα ένα για να φέρω

Σκοτάδι μαύρο και ερημιά, δεν μπορώ να νιώθω άλλο πια και έτσι σιωπηλά υποφέρω

Το μυαλό μου προσπέρασαν θολές εικόνες, οι αναμνήσεις

Φρούδες ελπίδες, θυσίες, κόποι, ποιος ο λόγος για να ζήσεις ?

Κάπου εκεί έξω χάθηκα και το τέλος αναζητώ από πόνο

Για να ξεκινήσω πάλι απ’ την αρχή και τον εαυτό μου η μοναξιά να μην αφήσει μόνο

Όμως επανεκκίνηση, καλά γνωρίζω πως δεν θα υπάρξει

Μια ψεύτικη ελπίδα να σωθώ απ’ τον θάνατο ζητώ :δεν είσαι μόνη, σ’ αγαπώ, κάποιος δικός μου να φωνάξει  

__________________________________________________

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ

Καθώς το μαύρο πέπλο της νυχτιάς, το σύμπαν ολόγυρα πλημμυρίζει

Η αναζήτηση του εαυτού οδυνηρά για μια φορά ακόμα αρχίζει

Το φως ξεθωριάζει και η ψυχή μου τρέχει σ’ ένα μονοπάτι που δεν μπορώ να φτάσω

και την θλίψη που μου προσφέρει προσπαθώ, εγκάρδια πάλι να μην αγκαλιάσω

το κεφάλι μου πονάει και το μυαλό μου απ’  την δίνη των σκέψεων στριφογυρίζει

θέλω να νιώσω, ν’ αφεθώ, όμως το ΠΡΕΠΕΙ και ο ορθολογισμός την μάχη αυτή πανηγυρικά κερδίζει

μια αιματοβαμμένη βδέλλα τις δυνάμεις που απομείναν αχόρταγα και άπληστα ρουφάει

σύμμαχοί της ο τρόμος που σιγανά μου τραγουδά και ο φόβος, που μου κλείνει το μάτι και περήφανα χαμογελάει

νεκροζώντανη ούσα, τον βίο μου αποστασιοποιημένα παρακολουθώ και με δέσμιες τις αισθήσεις μου αναρωτιέμαι

ΑΝ σ’ άλλο κόσμο ανήκω, ΑΝ η θέση μου δεν είναι εδώ και ΑΝ από θέληση ή πείσμα τελικά κρατιέμαι

Δίδυμη αδερφή μου αποκτώ την μοναξιά, ασφάλεια για να μου δώσει και την ψευδαίσθηση πως θα’ μια εντάξει

Με τίμημα όμως πολύ βαρύ, καθώς απόλυτο έλεγχο ζητά και την καρδιά μου καθολικά να υποτάξει

Ανάσα παίρνω μια στιγμή, το κόστος να ζυγίσω

Κόντρα μ’ όσα έχω γαλουχηθεί πως ξαφνικά μπορώ να ζήσω?

Μες’ απ’ τις αντιξοότητες, το άγιο μου δισκοπότηρο ψάχνω και αναζητάω

Την πιθανότητα μιας υγιούς ζωής θέτω προτεραιότητα και αργόσυρτα στον στόχο τούτο προχωράω

Οι δαίμονες του παρελθόντος, δηλώνουν το παρόν, απρόθυμοι τον πόλεμο να χάσουν

Επιστρατεύοντας τις σκοτεινές δυνάμεις τους να με δωροδοκήσουν προσπαθούν και να με δελεάσουν

Η αβεβαιότητα στα σωθικά ξυπνά, για το αν θα τα καταφέρω

Ή αν στον εφιάλτη στωικά θα παραδοθώ και για πάντα εν τέλει θα υποφέρω

__________________________________________________

ΔΑΙΜΟΝΕΣ

Να ξέρεις, η νύχτα προβλέπεται μακρά, στο μέσα μου διακαώς να σε ξεναγήσω αν θες

Προειδοποίηση σου δίνω, σαγηνεύει το σκοτάδι, με δική σου μόνο ευθύνη τον πόνο που βιώνω δες

Καλωσόρισες στη σκοτεινή πλευρά μου, ήμουν εδώ για λίγο, το λίγο όμως έγινε πολύ

Τον χρόνο πίσω αν γυρίσω, όνειδος μόνο, θλίψη, δυστυχία, καμιά ανάμνηση καλή

Μοχθώ στην θύμηση να φέρω, ντυμένο στα χρώματα τοπίο, να μην είναι γκρίζο ή θολό

Δέσμιες του πόνου μου είναι οι αισθήσεις, δεν μπορώ να νιώσω πια τίποτα όμορφο, καλό

Απώθησε τους, πάλεψε το, τα δυνατά σου βάλε και μην παραιτηθείς

Ατέρμονη μάχη μελάνωμα στο σώμα αφήνει, απόδειξή τους πως σύντομα θα ηττηθείς

Κλείσε τα μάτια, πάρε ανάσα, τις μαύρες σκέψεις διώξε και πάλεψε ξανά απ΄ την αρχή

Στον εαυτό μου κουράγιο δίνω, έτσι συνήθιζα να λέω, όμως γοργά στερεύει η ρημάδα η υπομονή

Οι εσωτερικοί μου δαίμονες, επίδειξη ισχύος κάνουν οργισμένα ξεπηδώντας απ΄ τις φωτιάς τα σωθικά

Στα δάχτυλα παίζουν τα αισθήματα γελώντας, το μέσα μου οδύνη και στεναχώρια πλημμυρίζουν , πανηγυρίζοντας ηρωικά

Γκρίζες φιγούρες για σύμμαχο έχουν, που με μανία σαν βδέλλες ρουφούν το λιγοστό φώς και στήνουν γιορτή

Το σώμα σέρνεται βαριά πληγωμένο, σαν άδειο κουφάρι και πνιγμένο παίρνει την τελευταία ανάσα πιο κοφτή

Μαύρες σκιές λυσσομανώντας σαν όρνια τα σπλάχνα μου κατασπαράζουν και κάνουν αδύνατη της ψυχής τη γιατρειά

Αβάσταχτη κάνουν την κάθε μέρα που ξεκινάει, ριζώνει ο πόνος και η ελπίδα χάνεται και φεύγει μακριά

__________________________________________________

ΑΣΥΓΧΩΡΗΤΟΣ

Νέο αίμα σπέρνεται στη γη και σπεύδουν οι κανόνες να το υποτάξουν

Αφιερώνουν τη ζωή τους στο να διευθύνουν τη δική του

και αν από δαύτους παρεκκλίνει, δυσοίωνο μέλλον θα του τάξουν

Στερημένος από συναισθήματα και θέλω, ντροπιασμένα την ήττα δέχεται και σκύβει το κεφάλι

Διαποτίζοντας το είναι του, η λαχτάρα για ζωή, συθέμελα το μέσα του ταράζει

Και σ’ επίπονη μάχη τονε στέλνει πάλι

Όρκο δίνει στον εαυτό του, πως θα παλέψει, την θέλησή του δεν θ’ αφήσει αβίαστα να πάρουν

Ενσάρκωση του πρέπει στην πορεία, άθελά του γίνεται και αυτές  οι πράξεις το στήθος γεμίζουν μ’ ενοχή γιατί τον όρκο άρουν

Στο πέρας του χρόνου, η φθορά, ένα κακοποιημένο κουφάρι χλευάζοντας την ύπαρξή του τονε άφησε

Στωικά περιμένει την κόσα του Χάροντα, την θύρα να διαβεί και αναλογιζόμενος τον βίο του αηδιασμένα με τον εαυτό του , παραδόθηκε, γονάτισε

Στοχαζόμενος το παρελθόν με κλάματα και με λυγμούς, μετανιωμένος ψελλίζει για χαμένες ευκαιρίες, πράγματα που δεν έκανε στην πράξη

Πλήγμα όσα δεν επέτρεψε με βάρος φέρει στην ψυχή του, καθολική ανυπαρξία νιώθει,

Η απουσία, την γαλήνη της ψυχής του θα κατασπαράξει

Ο γέρος άνθρωπος, ΕΓΩ, δηλώνω το παρόν, ποτέ ελεύθερος να ζήσω, να αισθανθώ με τείχη που αμυντικά υψώνω

Και έτσι ασυγχώρητο τον εαυτό μου αποκαλώ

Και με περιφρόνηση για όλα τον χρεών

Έφη Κυριακίδου                                                                           
Καθηγήτρια Φυσικής Αγωγής/ Προπονήτρια, ετών 35